Αναπαραγωγική Ανοσολογία
Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές και η αποτυχία εμφύτευσης μετά τη μεταφορά εμβρύων καλής ποιότητας στην εξωσωματική γονιμοποίηση είναι οι δυο μεγαλύτερες προκλήσεις στην αναπαραγωγική ιατρική. Την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες προκειμένου να εξακριβωθούν πιθανά ανοσολογικά αίτια μέσω της αναπαραγωγικής ανοσολογίας.
Η αποτυχία της εμφύτευσης, όπως και οι συνεχόμενες αποβολές, δεν οφείλονται σε ένα μόνο πρόβλημα, επομένως είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί μία και μοναδική λύση.
Αυτό το ζήτημα παραμένει αμφιλεγόμενο και εξετάσεις τέτοιου τύπου δεν συνιστώνται ως εξετάσεις ρουτίνας. Οι εξετάσεις για τα κύτταρα ΝΚ (φυσικά κυτταροκτόνα) δεν προτείνονται σε όλους όσους ξεκινούν την εξωσωματική θεραπεία, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι οι γενετικές ανωμαλίες του εμβρύου που προκαλούν την αδυναμία εμφύτευσης.
Ωστόσο, νέες εξελίξεις στις εξετάσεις και θεραπείες στον τομέα της αναπαραγωγικής ανοσολογίας μπορούν τουλάχιστον να μας βοηθήσουν να αποκλείσουμε μια από τις μεταβλητές που προξενούν τέτοια συναισθηματική φόρτιση στα εν λόγω ζευγάρια.
Η προοπτική της εξέτασης για τα κύτταρα ΝΚ μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης με ζευγάρια που έχουν ιστορικό επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης και/ή απώλειες πρώιμης εγκυμοσύνης.
Επιπλέον αφορά ασθενείς με ιστορικό ενδομητρίωσης και με προηγούμενους αποτυχημένους κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης, καθώς και εκείνους με ιστορικό γνωστών αυτοάνοσων παθήσεων (όπως ο Λύκος, η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα, η νόσος του Κρον, η ελκώδης κολίτιδα, το σύνδρομο χρόνιας κοπώσεως κτλ)
Αριθμός των κυττάρων ΝΚ ( δείκτης ενεργοποίησης CD-69)
Οι γυναίκες μπορεί να διαθέτουν σημαντικό αριθμό κυττάρων ΝΚ αλλά εάν αυτά δεν ενεργοποιηθούν, πιστεύεται ότι είναι μάλλον απίθανο να επηρεάσουν αρνητικά τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Το ιατρείο μας μετράμε τα επίπεδα «ενεργών» κυττάρων ΝΚ που φέρουν το δείκτη ενεργοποίησης CD-69 και, εάν αυξηθούν, έχουν αποδεδειγμένα αρνητική επίπτωση στην έκβαση της εγκυμοσύνης.
Μέτρηση κυτταροτοξικότητας των κυττάρων ΝΚ
Μετράμε επιπλέον απευθείας πόσο τοξικά είναι τα κύτταρα ΝΚ ενώνοντάς τα με pregnancy-like tissue στο εργαστήριό μας και μετρώντας τα επίπεδα «κυτταροτοξικότητας». Εάν ο αριθμός των ΝΚ ή η κυτταροτοξικότητα είναι σε υψηλά επίπεδα, εξετάζουμε την πιθανότητα ανοσολογικών θεραπειών.
Εξέταση για τη θεραπεία της κυτταροτοξικότητας των κυττάρων ΝΚ
Το δεύτερο βήμα στη μέτρηση της κυτταροτοξικότητας συμπεριλαμβάνει τις διαθέσιμες θεραπευτικές λύσεις ( ενδοφλέβια άνοση σφαιρίνη, στεροειδή ή intralipid) προκειμένου να εξακριβωθεί εάν η φονική δράση των κυττάρων ΝΚ μπορεί να αναχαιτιστεί μέσω φαρμακευτικής αγωγής. Αυτό το στάδιο της εξέτασης μας βοηθά να καταλήξουμε στη θεραπεία που θα προτείνουμε.
Μέτρηση κυτταροκινών (τύπου Th1,Th2)
Τα κύτταρα τύπου Th1 και Th2 είναι κύτταρα του ανανοσοποιητικού συστήματος των οποίων η ισορροπία έχει ζωτική σημασία για τη διατήρηση της εγκυμοσύνης. Αν η ασθενής παράγει υπερβολικά μεγάλο αριθμό κυττάρων τύπου Th1 , αυτό μπορεί να μειώσει και τις πιθανότητες επιτυχούς εμφύτευσης και ίσως να πρέπει να γίνει θεραπεία ανοσοκαταστολής.
Αντισώματα θυροειδούς
Κάποιες γυναίκες παράγουν ένα αντίσωμα (αντίσωμα κατά της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης ή TPOab), το οποίο μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή ορμονών από το θυρεοειδή αδένα. Οι έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς με υψηλά επίπεδα TPOab ή προβληματική λειτουργία του θυρεοειδούς διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να αποβάλουν.
Στην κλινική μας συνιστούμε σε όλες τις ασθενείς να ελέγχουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς τους προτού ξεκινήσουν την θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης και τη θεραπεία για τη γονιμότητα, και στην περίπτωση κάποιων ασθενών ίσως είναι ενδεδειγμένη η διαγνωστική εξέταση TPOab. Εφόσον διαπιστωθεί κάποια ανωμαλία στη λειτουργία του θυρεοειδούς, η θεραπεία με θυροξίνη κατά τη διάρκεια της εξωσωματικής έχει διαπιστωθεί ότι μειώνει τις πιθανότητες για αποβολή.
Αυτοανοσία υποδοχέα Hcg
Η hCG είναι μια ορμόνη που παράγεται κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης και υπάρχουν αποδείξεις ότι προκαλεί τη φυσική καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος προκειμένου να βοηθήσει την εμφύτευση του εμβρύου στη μήτρα. Υπάρχει μια θεωρία που πρεσβεύει ότι η παρουσία μητρικών αντισωμάτων ενάντια στην ορμόνη hCG ή τον υποδοχέα της μπορεί να επηρεάσει την εμφύτευση, οδηγώντας στην αποτυχία σύλληψης ή σε αποβολή.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όταν ένας κύκλος εξωσωματικής αποτυγχάνει ή κάποια γυναίκα αποβάλλει, η αιτία συνδέεται με το έμβρυο.
Ωστόσο εάν κάποιο ζευγάρι κάνει επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες με έμβρυα καλής ποιότητας (επαναλαμβανόμενες επιτυχίες εμφύτευσης-RIF) ή η γυναίκα έχει αποβάλει κατ’ επανάληψη, θα πρέπει να διερευνηθούν περισσότερο τα αίτια προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η σωματική και ψυχική καταπόνηση του ζευγαριού και να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν θεραπεύσιμες αιτίες.
Σε ζευγάρια με επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο θα πρέπει να πραγματοποιηθούν αυτές οι εξετάσεις θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες όπως η ηλικία, η ποιότητα του εμβρύου και ο αριθμός των αποτυχημένων κύκλων.
Μολονότι κάποιοι υποστηρίζουν ότι στην περίπτωση συνεχών αποβολών εξετάσεις είναι απαραίτητες μόνο εφόσον έχουν προηγηθεί τρεις τουλάχιστον αποβολές, οι μελέτες δείχνουν ότι ο ίδιος αριθμός θεραπεύσιμων αιτίων μπορεί να διαγνωστεί και όταν το ζευγάρι περνά από έλεγχο μετά από δύο. Επομένως, λαμβάνοντας ξανά υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, ενδέχεται να σας συστήσουμε να κάνετε εξετάσεις σε εκείνο το χρονικό σημείο.


