Ωοθηκική Λειτουργία
Η ωοθηκική λειτουργία μπορεί να οριστεί ως η ποσότητα και ποιότητα των ωαρίων που έχουν απομείνει στην ωοθήκη ανά πάσα στιγμή.
Eπομένως, μια ακριβής εκτίμηση της ωοθηκικής λειτουργίας είναι ζωτικής σημασίας, καθώς τόσο η ποιότητα των ωαρίων όσο και η ποσότητά τους έχουν αντίκτυπο στις πιθανότητες της σύλληψης με φυσικό τρόπο όσο και στα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Αυτή η εκτίμηση μπορεί να βοηθήσει ένα ζευγάρι να αποφασίσει πότε και αν θα πρέπει να προχωρήσουν σε έναν κύκλο θεραπείας για τη γονιμότητα.
Επιπλέον, βοηθά στον καθορισμό της σωστής δόσης του φαρμάκου που απαιτείται για να υπάρξει η καλύτερη δυνατή απόκριση στη θεραπεία και να αποφευχθεί ο κίνδυνος της υπερδιέγερσης.
Οι πιο ακριβείς δείκτες ωοθηκικής λειτουργίας είναι οι εξής:
– Η εξέταση αίματος για να εξακριβωθούν τα επίπεδα αντιμυλλέριου ορμόνης (επίπεδα AMH) οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια του κύκλου
– Μέτρηση καταβολών ωοθυλακίων (διακολπικό υπερηχογράφημα σε οποιαδήποτε φάση του κύκλου)
Χαμηλή Ωοθηκική Λειτουργία
Η επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος στην περίπτωση γυναικών που παρουσιάζουν χαμηλή ωοθηκική επάρκεια ή που δεν ανταποκρίθηκαν θετικά σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας γονιμότητας είναι ένας τομέας στον οποίο εξειδικεύεται η ομάδα μας.
Η διάγνωση χαμηλής ωοθηκικής επάρκειας είναι συχνά κάτι το μη αναμενόμενο και μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση σε μια περίοδο αυξημένου στρες και άγχους.
Στα παραπάνω έρχoνται να προστεθούν οι αντιφατικές συμβουλές και πληροφορίες που παρέχονται στα ζευγάρια και η απροθυμία για την παροχή θεραπείας γονιμότητας που συναντούν αλλού.
Έχει υποστηριχθεί ότι ορισμένες κλινικές αρνούνται να υποβάλουν σε θεραπεία γονιμότητας ασθενείς με υψηλά επίπεδα θυλακιοτρόπου ορμόνης FSH, με χαμηλά επίπεδα αντιμυλλέριου ορμόνης (AMH) ή με άλλες αρνητικές ενδείξεις στο ιστορικό τους που μαρτυρούν χαμηλή ωοθηκική επάρκεια, ώστε να διατηρήσουν τα συνολικά ποσοστά επιτυχίας.
Πολλές γυναίκες με χαμηλή ωοθηκική επάρκεια πείθονται τελικά ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την υποβολή σε θεραπεία IVF, ή ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα επιτυχούς έκβασης. Επομένως, αναγκάζονται να στραφούν σε άλλες εναλλακτικές θεραπείας που τους παρέχουν τη δυνατότητα να γίνουν μητέρες, όχι όμως και να αποκτήσουν ένα παιδί του οποίου θα είναι οι φυσικές μητέρες.
Εμείς πιστεύουμε ότι οι ενδείξεις χαμηλής ωοθηκικής επάρκειας πρέπει να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για την ορθή παροχή συμβουλών και όχι για ή την άρνηση παροχής θεραπείας γονιμότητας.


